Греческий словарь
с грамматикой

παραγγέλλω

[paraŋˈɡelo]глаголA2

Значения

1
приказывать, распоряжаться
to order, to command · παραγγέλλω στους στρατιώτες — приказываю солдатам
2
заказывать (еду, товары)
to order (food, goods) · παραγγέλλω φαγητό — заказываю еду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραγγέλλω
εσύ
παραγγέλλεις
αυτός
παραγγέλλει
εμείς
παραγγέλλουμε
εσείς
παραγγέλλετε
αυτοί
παραγγέλλουν
Аорист
εγώ
παρήγγειλα
εσύ
παρήγγειλες
αυτός
παρήγγειλε
εμείς
παρηγγείλαμε
εσείς
παρηγγείλατε
αυτοί
παρήγγειλαν
Будущее
εγώ
θα παραγγείλω
εσύ
θα παραγγείλεις
αυτός
θα παραγγείλει
εμείς
θα παραγγείλουμε
εσείς
θα παραγγείλετε
αυτοί
θα παραγγείλουν

Примеры

Παρήγγειλα καφέ και ένα σάντουιτς.
Я заказал кофе и сэндвич. · I ordered a coffee and a sandwich.
Ο αρχηγός παραγγέλλει στους άνδρες να είναι έτοιμοι.
Командир приказывает людям быть готовыми. · The commander orders the men to be ready.
Θα παραγγείλουμε το φαγητό από το εστιατόριό μας.
Мы закажем еду из нашего ресторана. · We will order food from our restaurant.
Παράγγειλε αμέσως να κλείσουν τις πόρτες.
Он тут же приказал закрыть двери. · He immediately ordered the doors to be closed.