Греческий словарь
с грамматикой

παρέρχομαι

[paˈrerxome]глаголB1

Значения

1
проходить мимо, минувать
to pass by, to go past · παρέρχεται από το σπίτι — проходит мимо дома
2
проходить, истекать (о времени)
to elapse, to go by (of time) · χρόνος παρέρχεται — время проходит
3
игнорировать, оставлять без внимания
to overlook, to disregard · παρέρχεται την παρατήρηση — игнорирует замечание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρέρχομαι
εσύ
παρέρχεσαι
αυτός
παρέρχεται
εμείς
παρερχόμαστε
εσείς
παρέρχεστε
αυτοί
παρέρχονται
Аорист
εγώ
παρήλθα
εσύ
παρήλθες
αυτός
παρήλθε
εμείς
παρήλθαμε
εσείς
παρήλθατε
αυτοί
παρήλθαν
Будущее
εγώ
θα παρέλθω
εσύ
θα παρέλθεις
αυτός
θα παρέλθει
εμείς
θα παρέλθουμε
εσείς
θα παρέλθετε
αυτοί
θα παρέλθουν

Примеры

Παρήλθε μπροστά από το κατάστημα χωρίς να σταματήσει.
Он прошёл мимо магазина, не останавливаясь. · He passed by the store without stopping.
Τα χρόνια παρέρχονται γρήγορα.
Годы проходят быстро. · Years go by quickly.
Δεν πρέπει να παρέλθουμε αυτό το σημαντικό ζήτημα.
Мы не должны игнорировать этот важный вопрос. · We must not overlook this important issue.
Πόσες μέρες παρήλθαν από τότε;
Сколько дней прошло с тех пор? · How many days have passed since then?