Греческий словарь
с грамматикой

παρέλαση

[paˈrɛlasi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
парад, торжественное шествие
parade, ceremonial procession · η παρέλαση της 25ης Μαρτίου — парад 25 марта
2
прохождение (войск, демонстрантов и т.п.)
the passing (of troops, demonstrators, etc.) · η παρέλαση των στρατιωτών — прохождение солдат

Грамматика

Ед. ч.
им.
η παρέλαση
вин.
την παρέλαση
род.
της παρέλασης
зват.
παρέλαση
Мн. ч.
им.
οι παρελάσεις
вин.
τις παρελάσεις
род.
των παρελάσεων
зват.
παρελάσεις

Примеры

Η παρέλαση ήταν πολύ επιβλητική.
Парад был очень внушительным. · The parade was very impressive.
Παρακολούθησαν την παρέλαση από το παράθυρο.
Они наблюдали парад из окна. · They watched the parade from the window.
Στις παρελάσεις συμμετέχουν χιλιάδες άνθρωποι.
В парадах участвуют тысячи людей. · Thousands of people take part in the parades.
Η παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου είναι ένα σημαντικό γεγονός.
Парад 28 октября — важное событие. · The October 28th parade is a significant event.