Греческий словарь
с грамматикой

παράτηση

[paˈratiʃi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
отказ, неявка (в суде, на соревновании и т.п.)
default, non-appearance (in court, at a competition, etc.) · παράτηση στη δίκη — неявка в суд
2
отречение, оставление (дел, обязанностей)
abandonment, renunciation (of duties, responsibilities) · παράτηση των αρχών — отреченне от должности

Грамматика

Ед. ч.
им.
η παράτηση
вин.
την παράτηση
род.
της παράτησης
зват.
παράτηση
Мн. ч.
им.
οι παρατάσεις
вин.
τις παρατάσεις
род.
των παρατάσεων
зват.
παρατάσεις

Примеры

Η παράτηση του αγώνα ήταν σοκ για τους οπαδούς.
Неявка спортсмена на соревнование потрясла болельщиков. · The athlete's default from the competition shocked the fans.
Καταδικάστηκε για παράτηση οικογενειακών υποχρεώσεων.
Его осудили за неисполнение семейных обязательств. · He was convicted for abandonment of family responsibilities.
Η δικαστής αναφέρθηκε στις παρατάσεις των κατηγορουμένων.
Судья упомянула о неявках обвиняемых. · The judge mentioned the defendants' non-appearances.