παράσημο
[paˈraˌsimo]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
награда, орден, медаль
decoration, medal, order (military or civil honour) · στρατιωτικό παράσημο — военный орден
2
отличительный знак, символ
distinctive mark, symbol, emblem · το παράσημο της πόλης — символ города
Грамматика
Ед. ч.
им.
το παράσημο
вин.
το παράσημο
род.
του παράσημου
зват.
παράσημο
Мн. ч.
им.
τα παράσημα
вин.
τα παράσημα
род.
των παράσημων
зват.
παράσημα
Примеры
Πήρε το παράσημο για τη γενναιότητά του.
Он получил орден за свою храбрость. · He received a medal for his bravery.
Τα παράσημα είναι σημάδια τιμής και αναγνώρισης.
Награды — это знаки почёта и признания. · Decorations are marks of honour and recognition.
Φορούσε πολλά παράσημα στο στήθος του.
На груди он носил много медалей. · He wore many medals on his chest.
Το παράσημο της χώρας είναι ένα σήμα δόξης.
Государственный герб — символ славы страны. · The national emblem is a symbol of the country's glory.