Греческий словарь
с грамматикой

παράμετρος

[paˈrametros]существительноеη · женский родB1

Значения

1
параметр, переменная величина
parameter, variable · παράμετρος της εξίσωσης — параметр уравнения
2
граница, предел, рамки
boundary, limit, scope · εντός των παραμέτρων — в пределах установленных рамок

Грамматика

Ед. ч.
им.
η παράμετρος
вин.
την παράμετρο
род.
της παραμέτρου
зват.
παράμετρε
Мн. ч.
им.
οι παράμετροι
вин.
τις παραμέτρους
род.
των παραμέτρων
зват.
παράμετροι

Примеры

Αυτή η παράμετρος επηρεάζει όλο το σύστημα.
Этот параметр влияет на всю систему. · This parameter affects the entire system.
Οι παράμετροι του έργου είναι σαφείς και συμφωνημένες.
Параметры проекта ясны и согласованы. · The project parameters are clear and agreed upon.
Πρέπει να ρυθμίσουμε τις παραμέτρους της εφαρμογής.
Нам нужно настроить параметры приложения. · We need to adjust the application settings.