παράλυτος
[paˈralitos]прилагательноеB2
Значения
1
парализованный, парализованная
paralyzed, paralytic · άνθρωπος παράλυτος — парализованный человек
2
неподвижный, оцепеневший (от страха, холода и т.п.)
frozen, immobilized (by fear, cold, etc.) · παράλυτος από τον φόβο — оцепенел от страха
Грамматика
мужской род
им.
παράλυτος
вин.
παράλυτο
род.
παράλυτου
зват.
παράλυτε
женский род
им.
παράλυτη
вин.
παράλυτη
род.
παράλυτης
зват.
παράλυτη
средний род
им.
παράλυτο
вин.
παράλυτο
род.
παράλυτου
зват.
παράλυτο
Примеры
Ο ασθενής είναι πλήρως παράλυτος από τη μέση και κάτω.
Пациент полностью парализован ниже пояса. · The patient is completely paralyzed from the waist down.
Παράλυτη από τον φόβο, δεν μπορούσε να κινηθεί.
Оцепенев от страха, она не могла пошевелиться. · Frozen with fear, she couldn't move.
Οι παράλυτοι ασθενείς χρειάζονται ειδική φροντίδα.
Парализованные пациенты нуждаются в специальном уходе. · Paralyzed patients require special care.
Ήταν παράλυτος στη θέση του, δεν ήξερε τι να κάνει.
Он был как прикованный к земле, не знал, что делать. · He was rooted to the spot, didn't know what to do.