παράκαμψη
[paˈrakambi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
обход, объезд (дороги, препятствия)
bypass, detour (of a road or obstacle) · παράκαμψη του δρόμου — объезд дороги
2
обход (закона, правила)
circumvention, evasion (of a law or rule) · παράκαμψη του νόμου — обход закона
Грамматика
Ед. ч.
им.
η παράκαμψη
вин.
την παράκαμψη
род.
της παράκαμψης
зват.
παράκαμψη
Мн. ч.
им.
οι παράκαμψες
вин.
τις παράκαμψες
род.
των παράκαμψων
зват.
παράκαμψες
Примеры
Η παράκαμψη της πόλης διευκολύνει την κυκλοφορία.
Объезд города облегчает движение транспорта. · The city bypass facilitates traffic flow.
Χρησιμοποίησαν παράκαμψη για να αποφύγουν το κυρίως δρόμο.
Они использовали объезд, чтобы избежать главной дороги. · They used a detour to avoid the main road.
Η παράκαμψη των κανόνων είναι παράνομη.
Обход правил незаконен. · Circumventing the rules is illegal.
Οι παράκαμψες αυτές δημιουργούν προβλήματα.
Эти обходы создают проблемы. · These circumventions create problems.