Греческий словарь
с грамматикой

παράγω

[paˈraɣo]глаголB1

Значения

1
производить, выпускать (товары, продукцию)
to produce, to manufacture · το εργοστάσιο παράγει αυτοκίνητα — фабрика производит автомобили
2
создавать, генерировать (результат, эффект)
to generate, to create · παράγει καλά αποτελέσματα — это дает хорошие результаты
3
вызывать, причинять (боль, проблему)
to cause, to bring about · παράγει πολλά προβλήματα — это вызывает много проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παράγω
εσύ
παράγεις
αυτός
παράγει
εμείς
παράγουμε
εσείς
παράγετε
αυτοί
παράγουν
Аорист
εγώ
παρήγαγα
εσύ
παρήγαγες
αυτός
παρήγαγε
εμείς
παρήγαγαν
εσείς
παρήγαγατε
αυτοί
παρήγαγαν
Будущее
εγώ
θα παράγω
εσύ
θα παράγεις
αυτός
θα παράγει
εμείς
θα παράγουμε
εσείς
θα παράγετε
αυτοί
θα παράγουν

Примеры

Η χώρα παράγει σίτο και λάδι.
Страна производит пшеницу и масло. · The country produces wheat and oil.
Αυτό παράγει πολλά απόβλητα.
Это создает много отходов. · This generates a lot of waste.
Παρήγαγαν εξαιρετικά αποτελέσματα πέρυσι.
В прошлом году они добились отличных результатов. · They produced excellent results last year.
Θα παράγουν περισσότερα προϊόντα τον χειμώνα.
Зимой они будут выпускать больше товаров. · They will manufacture more products in winter.