Греческий словарь
с грамматикой

παντρεύομαι

[pandˈreˈvome]глаголA2

Значения

1
выходить замуж, жениться
to marry, to get married · Παντρεύτηκε πέρσι. — Она вышла замуж в прошлом году.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παντρεύομαι
εσύ
παντρεύεσαι
αυτός
παντρεύεται
εμείς
παντρευόμαστε
εσείς
παντρεύεστε
αυτοί
παντρεύονται
Аорист
εγώ
παντρεύτηκα
εσύ
παντρεύτηκες
αυτός
παντρεύτηκε
εμείς
παντρευτήκαμε
εσείς
παντρευτήκατε
αυτοί
παντρεύτηκαν
Будущее
εγώ
θα παντρευτώ
εσύ
θα παντρευτείς
αυτός
θα παντρευτεί
εμείς
θα παντρευτούμε
εσείς
θα παντρευτείτε
αυτοί
θα παντρευτούν

Примеры

Η Μαρία παντρεύτηκε τον Γιάννη.
Мария вышла замуж за Янниса. · Maria married Yannis.
Θα παντρευτούν την άνοιξη.
Они поженятся весной. · They will get married in spring.
Δεν θέλει να παντρευτεί.
Он не хочет жениться. · He doesn't want to get married.
Παντρευόμαστε με τον ίδιο άνθρωπο.
Мы вышли замуж за одного и того же человека. · We married the same person.