πανοραμικός
[panoraˈmikos]прилагательноеB1
Значения
1
панорамный, охватывающий широкий вид
panoramic, giving a wide view · πανοραμική θέα — панорамный вид
2
всеобъемлющий, охватывающий целое
comprehensive, covering a whole subject · πανοραμική άποψη ενός θέματος — всеобъемлющий взгляд на вопрос
Грамматика
мужской род
им.
πανοραμικός
вин.
πανοραμικό
род.
πανοραμικού
зват.
πανοραμικέ
женский род
им.
πανοραμική
вин.
πανοραμική
род.
πανοραμικής
зват.
πανοραμική
средний род
им.
πανοραμικό
вин.
πανοραμικό
род.
πανοραμικού
зват.
πανοραμικό
Примеры
Από το εστιατόριό μας υπάρχει πανοραμική θέα της πόλης.
Из нашего ресторана открывается панорамный вид города. · From our restaurant there is a panoramic view of the city.
Αυτή είναι μια πανοραμική κάμερα που καταγράφει πολύ ευρύτερα.
Это панорамная камера, которая снимает гораздо шире. · This is a panoramic camera that captures much wider footage.
Χρειαζόμαστε μια πανοραμική προσέγγιση του προβλήματος.
Нам нужен всеобъемлющий подход к этой проблеме. · We need a comprehensive approach to the problem.