παιδικότητα
[peðiˈkotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
детскость, детское качество или свойство
childishness, childlike quality or nature · η παιδικότητα του παιδιού — детскость ребёнка
2
детское состояние или условие жизни
childhood, the state or condition of being a child · στη δική του παιδικότητα — в его детстве
Грамматика
Ед. ч.
им.
η παιδικότητα
вин.
την παιδικότητα
род.
της παιδικότητας
зват.
παιδικότητα
Мн. ч.
им.
οι παιδικότητες
вин.
τις παιδικότητες
род.
των παιδικοτήτων
зват.
παιδικότητες
Примеры
Η παιδικότητα διαρκεί τόσα χρόνια στη ζωή μας.
Детство длится столько лет в нашей жизни. · Childhood lasts so many years in our lives.
Κάποια παιδικότητα δεν είναι κακό πράγμα ακόμα και για ενηλίκους.
Какая-то детскость — это не плохо даже для взрослых. · Some childishness is not a bad thing even for adults.
Θυμάται τις στιγμές της παιδικότητας με νοσταλγία.
Он вспоминает моменты своего детства с ностальгией. · He recalls the moments of his childhood with nostalgia.