Греческий словарь
с грамматикой

παγώνω

[paˈɣono]глаголA2

Значения

1
замерзать, мёрзнуть
to freeze, to get frozen · το νερό παγώνει — вода замерзает
2
окоченеть, застывать (от холода или страха)
to become stiff, to freeze up (with cold or fear) · παγώνω από το φόβο — каменею от страха

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παγώνω
εσύ
παγώνεις
αυτός
παγώνει
εμείς
παγώνουμε
εσείς
παγώνετε
αυτοί
παγώνουν
Аорист
εγώ
πάγωσα
εσύ
πάγωσες
αυτός
πάγωσε
εμείς
πάγωσαν
εσείς
πάγωσαν
αυτοί
πάγωσαν
Будущее
εγώ
θα παγώσω
εσύ
θα παγώσεις
αυτός
θα παγώσει
εμείς
θα παγώσουμε
εσείς
θα παγώσετε
αυτοί
θα παγώσουν

Примеры

Τα λιμνάκια παγώνουν το χειμώνα.
Маленькие озёра замерзают зимой. · Small lakes freeze in winter.
Πάγωσε από το φόβο και δεν μπόρεσε να φύγει.
Она оцепенела от страха и не могла уйти. · She froze with fear and couldn't leave.
Στον τόπο μας δεν παγώνει ποτέ το νερό.
В нашем месте вода никогда не замерзает. · In our place the water never freezes.
Όταν βγήκε έξω, παγώσαν τα χέρια της.
Когда она вышла на улицу, её руки окоченели. · When she went outside, her hands became numb.