Греческий словарь
с грамматикой

πίπτω

[ˈpipo]глаголA1

Значения

1
падать
to fall · πέφτει από το δέντρο — падает с дерева
2
упасть, рухнуть (о правлении, системе)
to fall, collapse (of a regime, system) · η κυβέρνηση έπεσε — правительство пало

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πίπτω
εσύ
πίπτεις
αυτός
πίπτει
εμείς
πίπτουμε
εσείς
πίπτετε
αυτοί
πίπτουν
Аорист
εγώ
έπεσα
εσύ
έπεσες
αυτός
έπεσε
εμείς
επέσαμε
εσείς
επέσατε
αυτοί
έπεσαν
Будущее
εγώ
θα πέσω
εσύ
θα πέσεις
αυτός
θα πέσει
εμείς
θα πέσουμε
εσείς
θα πέσετε
αυτοί
θα πέσουν

Примеры

Το παιδί έπεσε στη σκάλα.
Ребёнок упал с лестницы. · The child fell down the stairs.
Πίπτουν φύλλα από τα δέντρα.
С деревьев падают листья. · Leaves are falling from the trees.
Η βροχή θα πέσει αύριο.
Завтра пойдёт дождь. · It will rain tomorrow.
Το κτίριο έπεσε κατά τον σεισμό.
Здание рухнуло во время землетрясения. · The building collapsed during the earthquake.