Греческий словарь
с грамматикой

πέφτω

[ˈpefto]глаголA1

Значения

1
падать, упасть
to fall, to drop · πέφτω από το σκαλοπάτι — падаю со ступеньки
2
опускаться, спускаться
to come down, to descend · το φως πέφτει — свет падает
3
попадать, оказываться
to end up, to land (in a situation) · πέφτω στη φυλακή — попадаю в тюрьму

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πέφτω
εσύ
πέφτεις
αυτός
πέφτει
εμείς
πέφτουμε
εσείς
πέφτετε
αυτοί
πέφτουν
Аорист
εγώ
έπεσα
εσύ
έπεσες
αυτός
έπεσε
εμείς
έπεσαν
εσείς
έπεσατε
αυτοί
έπεσαν
Будущее
εγώ
θα πέσω
εσύ
θα πέσεις
αυτός
θα πέσει
εμείς
θα πέσουμε
εσείς
θα πέσετε
αυτοί
θα πέσουν

Примеры

Το παιδί έπεσε από το ποδήλατο.
Ребёнок упал с велосипеда. · The child fell off the bicycle.
Πέφτουν σταγόνες βροχής.
Падают капли дождя. · Raindrops are falling.
Θα πέσει το φως σε λίγη ώρα.
Стемнеет через несколько часов. · It will get dark in a few hours.
Έπεσε σε δύσκολη κατάσταση.
Он оказался в сложной ситуации. · He ended up in a difficult situation.