Греческий словарь
с грамматикой

πέτομαι

[ˈpetome]глаголA2

Значения

1
летать
to fly · το πουλί πέταται — птица летает
2
мчаться, стремительно двигаться
to rush, to move swiftly · πέταμε για το σχολείο — мы мчимся в школу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πέταμαι
εσύ
πετάσαι
αυτός
πέταται
εμείς
πεταμε
εσείς
πετάστε
αυτοί
πέταται
Аорист
εγώ
πέταξα
εσύ
πέταξες
αυτός
πέταξε
εμείς
πετάξαμε
εσείς
πετάξατε
αυτοί
πέταξαν
Будущее
εγώ
θα πετάξω
εσύ
θα πετάξεις
αυτός
θα πετάξει
εμείς
θα πετάξουμε
εσείς
θα πετάξετε
αυτοί
θα πετάξουν

Примеры

Το αεροπλάνο πετάει πολύ ψηλά.
Самолёт летит очень высоко. · The airplane is flying very high.
Χθες πετάξαμε στην Αθήνα.
Вчера мы летели в Афины. · Yesterday we flew to Athens.
Πέταμε γιατί αργούσαμε.
Мы мчались, потому что опаздывали. · We rushed because we were late.
Θα πετάξουν με το πρώτο αεροπλάνο.
Они полетят первым самолётом. · They will fly by the first plane.