Греческий словарь
с грамматикой

οχυρώνω

[oçiˈrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
укреплять, усиливать (оборону, позицию)
fortify, strengthen (defences, position) · οχυρώνουν τα σύνορα — они укрепляют границы
2
укреплять, упрочивать (власть, позицию, идею)
consolidate, entrench (power, position, idea) · οχυρώνει την εξουσία του — он упрочивает свою власть

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οχυρώνω
εσύ
οχυρώνεις
αυτός
οχυρώνει
εμείς
οχυρώνουμε
εσείς
οχυρώνετε
αυτοί
οχυρώνουν
Аорист
εγώ
οχύρωσα
εσύ
οχύρωσες
αυτός
οχύρωσε
εμείς
οχυρώσαμε
εσείς
οχυρώσατε
αυτοί
οχύρωσαν
Будущее
εγώ
θα οχυρώσω
εσύ
θα οχυρώσεις
αυτός
θα οχυρώσει
εμείς
θα οχυρώσουμε
εσείς
θα οχυρώσετε
αυτοί
θα οχυρώσουν

Примеры

Τα στρατεύματα οχύρωσαν την πόλη με υψηλά τείχη.
Войска укрепили город высокими стенами. · The troops fortified the city with high walls.
Ο ηγέτης προσπάθησε να οχυρώσει την εξουσία του.
Лидер пытался упрочить свою власть. · The leader tried to consolidate his power.
Οχυρώνουν την θέση τους με νέες αποδείξεις.
Они укрепляют свою позицию новыми доказательствами. · They entrench their position with new evidence.
Η χώρα οχυρώθηκε στρατιωτικά μετά το επεισόδιο.
Страна укрепила военную позицию после инцидента. · The country strengthened its military defences after the incident.