οφθαλμός
[of θalˈmos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
глаз
eye · τα δύο οφθαλμοί — два глаза
2
взгляд, точка зрения
gaze, point of view · στον οφθαλμό της νόμου — в глазах закона
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο οφθαλμός
вин.
τον οφθαλμό
род.
του οφθαλμού
зват.
οφθαλμέ
Мн. ч.
им.
οι οφθαλμοί
вин.
τους οφθαλμούς
род.
των οφθαλμών
зват.
οφθαλμοί
Примеры
Έχει καφέ οφθαλμούς και μαύρα μαλλιά.
У неё карие глаза и чёрные волосы. · She has brown eyes and black hair.
Ο γιατρός εξέτασε τους οφθαλμούς του παιδιού.
Врач осмотрел глаза ребёнка. · The doctor examined the child's eyes.
Στον οφθαλμό μας, είναι ο καλύτερος παίκτης.
На наш взгляд, он лучший игрок. · In our view, he is the best player.
Ο οφθαλμός της νόμου δεν κάνει διακρίσεις.
Закон не делает различий. · The law makes no distinctions.