ουσιαστικός
[u.si.aˈsti.koːs]прилагательноеB1
Значения
1
существенный, важный, значительный
essential, important, substantial · ουσιαστική διαφορά — существенное различие
2
по существу, по сути (в значении 'собственно')
in essence, actually, really (as adverb) · ουσιαστικά είναι το ίδιο — по сути это одно и то же
Грамматика
мужской род
им.
ουσιαστικός
вин.
ουσιαστικό
род.
ουσιαστικού
зват.
ουσιαστικέ
женский род
им.
ουσιαστική
вин.
ουσιαστική
род.
ουσιαστικής
зват.
ουσιαστική
средний род
им.
ουσιαστικό
вин.
ουσιαστικό
род.
ουσιαστικού
зват.
ουσιαστικό
Примеры
Υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο σχεδίων.
Между двумя проектами существует существенное различие. · There is a substantial difference between the two plans.
Το κόστος είναι ουσιαστικά υψηλότερο από το αναμενόμενο.
Стоимость по сути значительно выше ожидаемой. · The cost is essentially higher than expected.
Αυτή είναι ουσιαστική πληροφορία για την απόφαση.
Это важная информация для принятия решения. · This is essential information for the decision.
Ουσιαστικά, και οι δύο απαντήσεις είναι σωστές.
По сути, оба ответа верны. · Essentially, both answers are correct.