ουσιαστικό
[usiasˈtiko]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
существительное (часть речи)
noun (part of speech) · το ουσιαστικό είναι λέξη — существительное — это слово
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ουσιαστικό
вин.
το ουσιαστικό
род.
του ουσιαστικού
зват.
ουσιαστικό
Мн. ч.
им.
τα ουσιαστικά
вин.
τα ουσιαστικά
род.
των ουσιαστικών
зват.
ουσιαστικά
Примеры
Το ουσιαστικό είναι σημαντικό στη γραμματική.
Существительное важно в грамматике. · The noun is important in grammar.
Μάθαμε τα ουσιαστικά στο μάθημα.
Мы выучили существительные на уроке. · We learned the nouns in class.
Ποιο ουσιαστικό χρησιμοποιείς εδώ;
Какое существительное ты использешь здесь? · Which noun are you using here?