ουρώ
[uˈro]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)A1
Значения
1
мочиться
to urinate · το παιδί ουρά — ребёнок мочится
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ουρώ
εσύ
ουράς
αυτός
ουράει
εμείς
ουράμε
εσείς
ουράτε
αυτοί
ουράνε
Аорист
εγώ
ούρησα
εσύ
ούρησες
αυτός
ούρησε
εμείς
ουρήσαμε
εσείς
ουρήσατε
αυτοί
ούρησαν
Будущее
εγώ
θα ουρήσω
εσύ
θα ουρήσεις
αυτός
θα ουρήσει
εμείς
θα ουρήσουμε
εσείς
θα ουρήσετε
αυτοί
θα ουρήσουν
Примеры
Το μωρό ουράει συχνά τη νύχτα.
Малыш часто мочится ночью. · The baby urinates frequently at night.
Ο σκύλος ούρησε στο δέντρο.
Собака помочилась на дерево. · The dog urinated on the tree.
Θα ούρησω πριν φύγουμε.
Я помочусь перед тем, как уйдём. · I'll urinate before we leave.