Греческий словарь
с грамматикой

ουρλιάζω

[urˈʎazo]глаголB1

Значения

1
кричать громко, вопить
to yell, to shout loudly · ουρλιάζω από πόνο — вопить от боли
2
издавать пронзительные звуки (о животном или машине)
to produce a piercing sound; to wail · ο σειρήνας ουρλιάζει — сирена завывает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ουρλιάζω
εσύ
ουρλιάζεις
αυτός
ουρλιάζει
εμείς
ουρλιάζουμε
εσείς
ουρλιάζετε
αυτοί
ουρλιάζουν
Аорист
εγώ
ούρλιασα
εσύ
ούρλιασες
αυτός
ούρλιασε
εμείς
ουρλιάσαμε
εσείς
ουρλιάσατε
αυτοί
ούρλιασαν
Будущее
εγώ
θα ουρλιάσω
εσύ
θα ουρλιάσεις
αυτός
θα ουρλιάσει
εμείς
θα ουρλιάσουμε
εσείς
θα ουρλιάσετε
αυτοί
θα ουρλιάσουν

Примеры

Τα παιδιά ουρλιάζουν στο παιχνίδι.
Дети вопят во время игры. · The children are yelling during the game.
Ούρλιασε από φόβο όταν είδε το φάντασμα.
Он вопил от страха, когда увидел привидение. · He yelled in fear when he saw the ghost.
Η σειρήνα του ασθενοφόρου ουρλιάζει στο δρόμο.
Сирена скорой помощи завывает на дороге. · The ambulance siren wails on the street.
Ήταν τόσο πληγωμένος που ούρλιαζε όλη τη νύχτα.
Он был настолько ранен, что вопил всю ночь. · He was so injured that he yelled all night long.