Греческий словарь
с грамматикой

ουλίζω

[uˈlizo]глаголB2

Значения

1
рубцеваться, образовывать рубец (о ране)
to scar, to form a scar (of a wound) · η πληγή ουλίζει — рана заживает рубцом
2
заживляться (о ране)
to heal over (of a wound) · το τραύμα ουλίζει σιγά-σιγά — травма медленно заживает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ουλίζω
εσύ
ουλίζεις
αυτός
ουλίζει
εμείς
ουλίζουμε
εσείς
ουλίζετε
αυτοί
ουλίζουν
Аорист
εγώ
ούλισα
εσύ
ούλισες
αυτός
ούλισε
εμείς
ουλίσαμε
εσείς
ουλίσατε
αυτοί
ούλισαν
Будущее
εγώ
θα ουλίσω
εσύ
θα ουλίσεις
αυτός
θα ουλίσει
εμείς
θα ουλίσουμε
εσείς
θα ουλίσετε
αυτοί
θα ουλίσουν

Примеры

Η πληγή του ουλίζει σιγά-σιγά.
Его рана медленно заживает рубцом. · His wound is slowly scarring over.
Όταν ούλισε το τραύμα, δεν φαινόταν πια.
Когда рана зажила рубцом, её уже не было видно. · Once the wound had scarred, it was no longer visible.
Το δέρμα του ασθενή ουλιζόταν μετά την εγχείρηση.
Кожа пациента заживала рубцом после операции. · The patient's skin was scarring after the surgery.