ουδετερότητα
[uðeterˈotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
нейтральность, беспристрастность
neutrality, impartiality · η ουδετερότητα του δικαστή — беспристрастность судьи
2
неприсоединение (государства к военному союзу)
non-alignment, neutrality (of a state) · η ουδετερότητα της χώρας — политическая нейтральность страны
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ουδετερότητα
вин.
την ουδετερότητα
род.
της ουδετερότητας
зват.
ουδετερότητα
Мн. ч.
им.
οι ουδετερότητες
вин.
τις ουδετερότητες
род.
των ουδετεροτήτων
зват.
ουδετερότητες
Примеры
Ο δικαστής διατήρησε την ουδετερότητά του κατά τη δίκη.
Судья сохранял беспристрастность во время судебного разбирательства. · The judge maintained his impartiality during the trial.
Η ουδετερότητα της Ελβετίας είναι ιστορικής σημασίας.
Нейтральность Швейцарии имеет историческое значение. · Switzerland's neutrality is of historical importance.
Δεν μπορούσε να διατηρήσει ουδετερότητα στο διαφορά.
Он не мог остаться беспристрастным в этом споре. · He could not remain impartial in that dispute.