Греческий словарь
с грамматикой

ορφανοτροφείο

[orfanotroˈfi.o]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
детский дом, приют для сирот
orphanage · ίδρυμα για ορφανά παιδιά — учреждение для сиротских детей

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ορφανοτροφείο
вин.
το ορφανοτροφείο
род.
του ορφανοτροφείου
зват.
ορφανοτροφείο
Мн. ч.
им.
τα ορφανοτροφεία
вин.
τα ορφανοτροφεία
род.
των ορφανοτροφείων
зват.
ορφανοτροφεία

Примеры

Το ορφανοτροφείο φροντίζει εκατοντάδες παιδιά.
Детский дом заботится о сотнях детей. · The orphanage cares for hundreds of children.
Εργάζεται δασκάλα στο ορφανοτροφείο της πόλης.
Она работает учительницей в городском детском доме. · She works as a teacher at the city orphanage.
Τα παιδιά του ορφανοτροφείου έχουν ανάγκη υποστήριξης.
Дети детского дома нуждаются в поддержке. · The orphanage children are in need of support.