ορυχωρύχος
[orixoˈrixos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
шахтёр, рудокоп
miner, excavator · εργάζεται στο ορυχείο — работает в шахте
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ορυχωρύχος
вин.
τον ορυχωρύχο
род.
του ορυχωρύχου
зват.
ορυχωρύχε
Мн. ч.
им.
οι ορυχωρύχοι
вин.
τους ορυχωρύχους
род.
των ορυχωρύχων
зват.
ορυχωρύχοι
Примеры
Ο ορυχωρύχος δούλευε βαθιά κάτω από τη γη.
Шахтёр работал глубоко под землёй. · The miner worked deep underground.
Οι ορυχωρύχοι έχουν δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά.
Шахтёры выполняют тяжёлую и опасную работу. · Miners do hard and dangerous work.
Στο ορυχείο χρειάζονταν περισσότεροι ορυχωρύχοι.
На шахте нужны были новые рабочие. · More miners were needed at the mine.