οροσειρά
[orosiˈra]существительноеη · женский родB1
Значения
1
горный хребет, горная цепь
mountain range, mountain chain · μια μεγάλη οροσειρά — большой горный хребет
Грамматика
Ед. ч.
им.
η οροσειρά
вин.
την οροσειρά
род.
της οροσειράς
зват.
οροσειρά
Мн. ч.
им.
οι οροσειρές
вин.
τις οροσειρές
род.
των οροσειρών
зват.
οροσειρές
Примеры
Η οροσειρά των Άλπεων είναι πολύ ψηλή.
Горный хребет Альп очень высок. · The Alps mountain range is very high.
Οι μεγάλες οροσειρές επηρεάζουν το κλίμα.
Крупные горные хребты влияют на климат. · Large mountain ranges affect the climate.
Διέσχισαν την οροσειρά σε δέκα μέρες.
Они пересекли горный хребет за десять дней. · They crossed the mountain range in ten days.