Греческий словарь
с грамматикой

οροπέδιο

[oroˈpɛðjo]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
плато, высокогорное плоскогорье
plateau, highland plain · ένα ευρύ οροπέδιο στα βουνά — широкое плато в горах

Грамматика

Ед. ч.
им.
το οροπέδιο
вин.
το οροπέδιο
род.
του οροπεδίου
зват.
οροπέδιο
Мн. ч.
им.
τα οροπέδια
вин.
τα οροπέδια
род.
των οροπεδίων
зват.
οροπέδια

Примеры

Το οροπέδιο της Ανατολίας είναι πολύ ψηλό.
Анатолийское плато очень высокое. · The Anatolian plateau is very high.
Στα οροπέδια της Ελλάδας ζουν πολλά πρόβατα.
На греческих плато живут многие овцы. · Many sheep live on the Greek plateaus.
Το όνομα του οροπεδίου προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά.
Название плато происходит из древнегреческого. · The plateau's name comes from ancient Greek.