Греческий словарь
с грамматикой

ορμώ

[oˈrmo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
бросаться, устремляться, ринуться
to rush, to charge, to surge · ορμώ προς το στόχο — бросаюсь на цель
2
напасть, атаковать
to attack, to assault · ορμώ κατά του εχθρού — нападаю на врага
3
вздыматься (о волнах)
to surge, to swell (of waves) · τα κύματα ορμούν — волны вздымаются

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ορμώ
εσύ
ορμάς
αυτός
ορμά
εμείς
ορμούμε
εσείς
ορμάτε
αυτοί
ορμούν
Аорист
εγώ
ώρμησα
εσύ
ώρμησες
αυτός
ώρμησε
εμείς
ωρμήσαμε
εσείς
ωρμήσατε
αυτοί
ώρμησαν
Будущее
εγώ
θα ορμήσω
εσύ
θα ορμήσεις
αυτός
θα ορμήσει
εμείς
θα ορμήσουμε
εσείς
θα ορμήσετε
αυτοί
θα ορμήσουν

Примеры

Οι πολεμιστές ώρμησαν προς το κάστρο.
Воины бросились на замок. · The warriors rushed towards the castle.
Το άλογο ορμά με δύναμη στην αρένα.
Лошадь мчится с силой на арену. · The horse charges powerfully into the arena.
Τα κύματα ορμούν κατά της ακτής.
Волны устремляются на берег. · The waves surge against the shore.
Θα ορμήσει η αστυνομία για να συλλάβει τον δράστη.
Полиция атакует, чтобы задержать преступника. · The police will charge to apprehend the perpetrator.