Греческий словарь
с грамматикой

ορκίζω

[orˈkizo]глаголB2

Значения

1
приводить к присяге, заставлять клясться
to swear in, to administer an oath to · ορκίζω τον δικαστή — приводить судью к присяге
2
заклинать, умолять (архаич./лит.)
to beseech, to entreat (archaic/literary) · ορκίζω σας να με βοηθήσετε — заклинаю вас помочь мне

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ορκίζω
εσύ
ορκίζεις
αυτός
ορκίζει
εμείς
ορκίζουμε
εσείς
ορκίζετε
αυτοί
ορκίζουν
Аорист
εγώ
όρκισα
εσύ
όρκισες
αυτός
όρκισε
εμείς
ορκίσαμε
εσείς
ορκίσατε
αυτοί
όρκισαν
Будущее
εγώ
θα ορκίσω
εσύ
θα ορκίσεις
αυτός
θα ορκίσει
εμείς
θα ορκίσουμε
εσείς
θα ορκίσετε
αυτοί
θα ορκίσουν

Примеры

Όρκισαν τον νέο πρόεδρο χθες.
Вчера привели к присяге нового президента. · They swore in the new president yesterday.
Ο δικαστής ορκίζει τους μάρτυρες πριν καταθέσουν.
Судья приводит свидетелей к присяге перед их показаниями. · The judge swears in witnesses before they testify.
Ορκίζομαι να θα σας πω την αλήθεια.
Клянусь, я скажу вам правду. · I swear I will tell you the truth.