Греческий словарь
с грамматикой

ορκίζομαι

[orˈkizo̞me]глаголB1

Значения

1
клясться, давать клятву
to swear an oath, to take an oath · ορκίζομαι στον Θεό — клянусь Богом
2
клясться (в чём-либо), уверять
to swear (to something), to insist · ορκίζομαι ότι είναι αλήθεια — клянусь, что это правда

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ορκίζομαι
εσύ
ορκίζεσαι
αυτός
ορκίζεται
εμείς
ορκιζόμαστε
εσείς
ορκίζεστε
αυτοί
ορκίζονται
Аорист
εγώ
ορκίστηκα
εσύ
ορκίστηκες
αυτός
ορκίστηκε
εμείς
ορκιστήκαμε
εσείς
ορκιστήκατε
αυτοί
ορκίστηκαν
Будущее
εγώ
θα ορκιστώ
εσύ
θα ορκιστείς
αυτός
θα ορκιστεί
εμείς
θα ορκιστούμε
εσείς
θα ορκιστείτε
αυτοί
θα ορκιστούν

Примеры

Ορκίστηκε ότι θα λέει την αλήθεια.
Он поклялся, что будет говорить правду. · He swore that he would tell the truth.
Ορκίζομαι στον Θεό ότι δεν είμαι ένοχος.
Клянусь Богом, я не виноват. · I swear by God that I am not guilty.
Θα ορκιστούν να σεβαστούν τον νόμο.
Они поклянутся соблюдать закон. · They will swear to respect the law.