ορθώνω
[oˈrθono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
поднимать, выпрямлять
raise, straighten up · ορθώνω το κεφάλι — поднимаю голову
2
воздвигать, строить
erect, construct · ορθώνω ένα μνημείο — воздвигаю памятник
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ορθώνω
εσύ
ορθώνεις
αυτός
ορθώνει
εμείς
ορθώνουμε
εσείς
ορθώνετε
αυτοί
ορθώνουν
Аорист
εγώ
όρθωσα
εσύ
όρθωσες
αυτός
όρθωσε
εμείς
ορθώσαμε
εσείς
ορθώσατε
αυτοί
όρθωσαν
Будущее
εγώ
θα ορθώσω
εσύ
θα ορθώσεις
αυτός
θα ορθώσει
εμείς
θα ορθώσουμε
εσείς
θα ορθώσετε
αυτοί
θα ορθώσουν
Примеры
Ο άνδρας όρθωσε το κεφάλι και κοίταξε μπροστά.
Мужчина поднял голову и посмотрел прямо перед собой. · The man raised his head and looked straight ahead.
Ορθώνουν ένα νέο δημόσιο κτίριο στο κέντρο της πόλης.
Они возводят новое государственное здание в центре города. · They are constructing a new public building in the city centre.
Θα ορθώσουν ένα μνημείο για τους πεσόντες.
Они воздвигнут памятник павшим. · They will erect a monument to the fallen.