Греческий словарь
с грамматикой

οργώνω

[orˈɣono]глаголB1

Значения

1
пахать, вспахивать землю
to plough, to till the soil · οργώνω το χωράφι — пашу поле
2
проводить борозды, нарезать (землю) для посева
to furrow, to make furrows in the ground · οργώνω τη γη για σπορά — нарезаю борозды для посева

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οργώνω
εσύ
οργώνεις
αυτός
οργώνει
εμείς
οργώνουμε
εσείς
οργώνετε
αυτοί
οργώνουν
Аорист
εγώ
όργωσα
εσύ
όργωσες
αυτός
όργωσε
εμείς
οργώσαμε
εσείς
οργώσατε
αυτοί
όργωσαν
Будущее
εγώ
θα οργώσω
εσύ
θα οργώσεις
αυτός
θα οργώσει
εμείς
θα οργώσουμε
εσείς
θα οργώσετε
αυτοί
θα οργώσουν

Примеры

Ο αγρότης οργώνει το χωράφι του κάθε άνοιξη.
Фермер пашет свое поле каждую весну. · The farmer ploughs his field every spring.
Όργωσαν τη γη πριν από τη σπορά.
Они вспахали землю перед посевом. · They ploughed the soil before sowing.
Θα οργώσουμε αύριο με το τρακτέρ.
Завтра будем пахать на тракторе. · We will plough tomorrow with the tractor.