Греческий словарь
с грамматикой

οργανώνω

[orɣaˈno]глаголB1

Значения

1
организовывать, организовать
to organize, to arrange · οργανώνω ένα γεγονός — организую мероприятие
2
основывать, создавать (организацию)
to set up, to establish (an organization) · οργανώνω ένα σωματείο — создаю клуб

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οργανώνω
εσύ
οργανώνεις
αυτός
οργανώνει
εμείς
οργανώνουμε
εσείς
οργανώνετε
αυτοί
οργανώνουν
Аорист
εγώ
οργάνωσα
εσύ
οργάνωσες
αυτός
οργάνωσε
εμείς
οργανώσαμε
εσείς
οργανώσατε
αυτοί
οργάνωσαν
Будущее
εγώ
θα οργανώσω
εσύ
θα οργανώσεις
αυτός
θα οργανώσει
εμείς
θα οργανώσουμε
εσείς
θα οργανώσετε
αυτοί
θα οργανώσουν

Примеры

Θα οργανώσω ένα πάρτι την Παρασκευή.
Я организую вечеринку в пятницу. · I'll organize a party on Friday.
Η ομάδα οργανώνει ένα ταξίδι στα βουνά.
Команда организует поездку в горы. · The team is organizing a trip to the mountains.
Οργανώσαμε μια συνάντηση με τους συνεργάτες.
Мы организовали встречу с партнёрами. · We arranged a meeting with our partners.
Ο σύλλογος οργανώθηκε το 2015.
Ассоциация была создана в 2015 году. · The association was founded in 2015.