οργίζομαι
[oˈrʝizome]глаголотложительный (-ομαι)A2
Значения
1
сердиться, злиться, гневаться
to get angry, to be angry · οργίζομαι με τον αδελφό μου — я сержусь на своего брата
2
раздражаться, выводить из себя
to become irritated, to lose one's temper · οργίζεται εύκολα — он легко раздражается
Грамматика
Настоящее время
εγώ
οργίζομαι
εσύ
οργίζεσαι
αυτός
οργίζεται
εμείς
οργιζόμαστε
εσείς
οργίζεστε
αυτοί
οργίζονται
Аорист
εγώ
οργίστηκα
εσύ
οργίστηκες
αυτός
οργίστηκε
εμείς
οργιστήκαμε
εσείς
οργιστήκατε
αυτοί
οργίστηκαν
Будущее
εγώ
θα οργιστώ
εσύ
θα οργιστείς
αυτός
θα οργιστεί
εμείς
θα οργιστούμε
εσείς
θα οργιστείτε
αυτοί
θα οργιστούν
Примеры
Γιατί οργίζεσαι με εμένα;
Почему ты сердишься на меня? · Why are you angry with me?
Οργίστηκε όταν άκουσε τα νέα.
Он разозлился, когда услышал новости. · He got furious when he heard the news.
Η μητέρα του δεν θα οργιστεί αν πούμε την αλήθεια.
Его мать не разозлится, если мы скажем правду. · His mother won't get angry if we tell the truth.
Μην οργίζεσαι για τέτοια πράγματα.
Не сердись из-за таких мелочей. · Don't get upset about such things.