Греческий словарь
с грамматикой

ορίζω

[oˈrizo]глаголB1

Значения

1
определять, устанавливать (границы, условия, правила)
to define, to set, to establish (boundaries, conditions, rules) · ορίζω τα όρια — устанавливаю границы
2
назначать (встречу, срок)
to arrange, to fix, to appoint (a meeting, a deadline) · ορίζω συνάντηση — назначаю встречу
3
определять, выступать (в роли судьи или решающего лица)
to determine, to decide, to rule (as an authority) · ο δικαστής ορίζει τη ποινή — судья определяет наказание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ορίζω
εσύ
ορίζεις
αυτός
ορίζει
εμείς
ορίζουμε
εσείς
ορίζετε
αυτοί
ορίζουν
Аорист
εγώ
όρισα
εσύ
όρισες
αυτός
όρισε
εμείς
ορίσαμε
εσείς
ορίσατε
αυτοί
όρισαν
Будущее
εγώ
θα ορίσω
εσύ
θα ορίσεις
αυτός
θα ορίσει
εμείς
θα ορίσουμε
εσείς
θα ορίσετε
αυτοί
θα ορίσουν

Примеры

Η νομοθεσία ορίζει σαφώς τα δικαιώματα των πολιτών.
Законодательство четко определяет права граждан. · The legislation clearly defines the rights of citizens.
Όρισα τη συνάντηση για την Τετάρτη στις τρεις.
Я назначил встречу на среду в три часа. · I set the meeting for Wednesday at three o'clock.
Το πρόγραμμα ορίζει ποιες είναι οι υποχρεώσεις μας.
Программа определяет наши обязанности. · The program sets out what our obligations are.
Θα ορίσουν νέα κριτήρια για την εισαγωγή.
Они установят новые критерии для поступления. · They will establish new criteria for admission.