ορέγομαι
[oˈreɣome]глаголотложительный (-ομαι)B2
Значения
1
жаждать, страстно желать
to crave, to yearn for · ορέγεται εξουσίας — жаждет власти
2
тянуться, протягивать руку
to reach out, to stretch towards · ορέγεται προς το φως — тянется к свету
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ορέγομαι
εσύ
ορέγεσαι
αυτός
ορέγεται
εμείς
ορεγόμαστε
εσείς
ορέγεστε
αυτοί
ορέγονται
Аорист
εγώ
ωρέχθηκα
εσύ
ωρέχθηκες
αυτός
ωρέχθηκε
εμείς
ωρεχθήκαμε
εσείς
ωρεχθήκατε
αυτοί
ωρέχθηκαν
Будущее
εγώ
θα ωρεχθώ
εσύ
θα ωρεχθείς
αυτός
θα ωρεχθεί
εμείς
θα ωρεχθούμε
εσείς
θα ωρεχθείτε
αυτοί
θα ωρεχθούν
Примеры
Ορέγεται για δύναμη και πλούτο.
Он жаждет власти и богатства. · He craves power and wealth.
Η ψυχή του ωρέχθηκε για αλήθεια.
Его душа страстно желала истины. · His soul yearned for truth.
Ορέγονται προς τα άστρα και τα όνειρα.
Они тянутся к звёздам и мечтам. · They reach towards the stars and dreams.