Греческий словарь
с грамматикой

οπλίζω

[oˈplizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
вооружать, снабжать оружием
to arm, to equip with weapons · οπλίζω τους στρατιώτες — вооружаю солдат
2
подготавливать, снаряжать (для какого-л. действия)
to equip, to prepare (for action) · οπλίζομαι με γνώση — вооружаюсь знанием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οπλίζω
εσύ
οπλίζεις
αυτός
οπλίζει
εμείς
οπλίζουμε
εσείς
οπλίζετε
αυτοί
οπλίζουν
Аорист
εγώ
όπλισα
εσύ
όπλισες
αυτός
όπλισε
εμείς
οπλίσαμε
εσείς
οπλίσατε
αυτοί
όπλισαν
Будущее
εγώ
θα οπλίσω
εσύ
θα οπλίσεις
αυτός
θα οπλίσει
εμείς
θα οπλίσουμε
εσείς
θα οπλίσετε
αυτοί
θα οπλίσουν

Примеры

Οι αρχές όπλισαν τους αστυνομικούς νέα όπλα.
Власти вооружили полицейских новым оружием. · The authorities armed the police with new weapons.
Πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή και θάρρος.
Нам нужно вооружиться терпением и мужеством. · We must arm ourselves with patience and courage.
Ο δάσκαλος οπλίζει τους μαθητές με γνώση.
Учитель вооружает учеников знанием. · The teacher equips his students with knowledge.