οξύνω
[oˈksino]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2
Значения
1
обострять, усугублять
sharpen, intensify, worsen · ο πόνος οξύνεται — боль усиливается
2
заострять (острый конец, острие)
sharpen (to a point) · οξύνω το μολύβι — заостряю карандаш
3
раздражать, сердить
irritate, anger · τα λόγια του με οξύνουν — его слова раздражают меня
Грамматика
Настоящее время
εγώ
οξύνω
εσύ
οξύνεις
αυτός
οξύνει
εμείς
οξύνουμε
εσείς
οξύνετε
αυτοί
οξύνουν
Аорист
εγώ
όξυνα
εσύ
όξυνες
αυτός
όξυνε
εμείς
οξύναμε
εσείς
οξύνατε
αυτοί
όξυναν
Будущее
εγώ
θα οξύνω
εσύ
θα οξύνεις
αυτός
θα οξύνει
εμείς
θα οξύνουμε
εσείς
θα οξύνετε
αυτοί
θα οξύνουν
Примеры
Η κρίση οξύνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Кризис усугубляет социальное неравенство. · The crisis worsens social inequality.
Έπρεπε να οξύνω το μαχαίρι πριν κόψω.
Мне нужно было заострить нож перед тем, как резать. · I had to sharpen the knife before cutting.
Τα συνεχή σχόλιά του με οξύνουν πολύ.
Его постоянные замечания меня очень раздражают. · His constant remarks really irritate me.
Όταν εργάζεται πολλές ώρες, ο πόνος του οξύνεται.
Когда он работает много часов, его боль усиливается. · When he works long hours, his pain intensifies.