Греческий словарь
с грамматикой

οξειδώνω

[oksiˈðono]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
окисляться, подвергаться окислению
to oxidize, to undergo oxidation · το μέταλλο οξειδώνεται — металл окисляется
2
превращаться в оксид, ржаветь
to form an oxide, to rust · ο σίδηρος οξειδώνεται στον αέρα — железо ржавеет на воздухе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οξειδώνω
εσύ
οξειδώνεις
αυτός
οξειδώνει
εμείς
οξειδώνουμε
εσείς
οξειδώνετε
αυτοί
οξειδώνουν
Аорист
εγώ
οξείδωσα
εσύ
οξείδωσες
αυτός
οξείδωσε
εμείς
οξειδώσαμε
εσείς
οξειδώσατε
αυτοί
οξείδωσαν
Будущее
εγώ
θα οξειδώσω
εσύ
θα οξειδώσεις
αυτός
θα οξειδώσει
εμείς
θα οξειδώσουμε
εσείς
θα οξειδώσετε
αυτοί
θα οξειδώσουν

Примеры

Τα μέταλλα οξειδώνονται όταν εκτίθενται στον αέρα.
Металлы окисляются, когда подвергаются воздействию воздуха. · Metals oxidize when exposed to air.
Το σίδηρο θα οξειδωθεί γρήγορα σε υγρό περιβάλλον.
Железо быстро окислится во влажной среде. · Iron will oxidize quickly in a humid environment.
Μελετούμε πώς οξειδώνονται τα υλικά σε υψηλές θερμοκρασίες.
Мы изучаем, как материалы окисляются при высоких температурах. · We study how materials oxidize at high temperatures.