Греческий словарь
с грамматикой

οξείδιο

[ɔkˈsði.ðio]существительноеτο · средний родC1

Значения

1
оксид (химическое соединение)
oxide (chemical compound) · χημικό ενώσιμο με οξυγόνο — химическое соединение с кислородом

Грамматика

Ед. ч.
им.
το οξείδιο
вин.
το οξείδιο
род.
του οξειδίου
зват.
οξείδιο
Мн. ч.
им.
τα οξείδια
вин.
τα οξείδια
род.
των οξειδίων
зват.
οξείδια

Примеры

Το διοξείδιο του άνθρακα είναι ένα οξείδιο.
Двуокись углерода — это оксид. · Carbon dioxide is an oxide.
Τα οξείδια σχηματίζονται από τα στοιχεία και το οξυγόνο.
Оксиды образуются из элементов и кислорода. · Oxides are formed from elements and oxygen.
Το οξείδιο του σιδήρου είναι πολύ σημαντικό στη βιομηχανία.
Окись железа очень важна в промышленности. · Iron oxide is very important in industry.