Греческий словарь
с грамматикой

ονοματοποιώ

[onomatoˈpio]глаголC1

Значения

1
называть по имени, давать имя, именовать
to name, to call by name, to designate · ονοματοποιώ κάποιον — называю кого-либо по имени
2
упоминать по имени, ссылаться на конкретное имя
to mention by name, to cite by name · δεν θέλει να ονοματοποιήσει τον δράστη — не хочет назвать имя преступника

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ονοματοποιώ
εσύ
ονοματοποιείς
αυτός
ονοματοποιεί
εμείς
ονοματοποιούμε
εσείς
ονοματοποιείτε
αυτοί
ονοματοποιούν
Аорист
εγώ
ονοματοποίησα
εσύ
ονοματοποίησες
αυτός
ονοματοποίησε
εμείς
ονοματοποιήσαμε
εσείς
ονοματοποιήσατε
αυτοί
ονοματοποίησαν
Будущее
εγώ
θα ονοματοποιήσω
εσύ
θα ονοματοποιήσεις
αυτός
θα ονοματοποιήσει
εμείς
θα ονοματοποιήσουμε
εσείς
θα ονοματοποιήσετε
αυτοί
θα ονοματοποιήσουν

Примеры

Ο δημοσιογράφος αρνήθηκε να ονοματοποιήσει τις πηγές του.
Журналист отказался назвать своих источников. · The journalist refused to name his sources.
Στην έκθεση ονοματοποιούνται όλοι οι υπεύθυνοι.
В докладе упоминаются имена всех ответственных лиц. · The report names all those responsible.
Δεν επιθυμώ να ονοματοποιήσω συγκεκριμένα άτομα.
Я не желаю называть конкретных людей. · I do not wish to name specific individuals.