Греческий словарь
с грамматикой

ονοματίζω

[onomaˈtizo]глаголB1

Значения

1
называть, давать имя
to name, to give a name to · ονοματίζω το παιδί Γιάννη — называю ребёнка Яннисом
2
обозначать, называть (что-либо определённым термином)
to designate, to call (something by a certain term) · ονοματίζουν αυτό το φαινόμενο αποσάθρωση — они называют это явление деградацией

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ονοματίζω
εσύ
ονοματίζεις
αυτός
ονοματίζει
εμείς
ονοματίζουμε
εσείς
ονοματίζετε
αυτοί
ονοματίζουν
Аорист
εγώ
ονόμασα
εσύ
ονόμασες
αυτός
ονόμασε
εμείς
ονομάσαμε
εσείς
ονομάσατε
αυτοί
ονόμασαν
Будущее
εγώ
θα ονοματίσω
εσύ
θα ονοματίσεις
αυτός
θα ονοματίσει
εμείς
θα ονοματίσουμε
εσείς
θα ονοματίσετε
αυτοί
θα ονοματίσουν

Примеры

Ονόμασαν την κόρη τους Σοφία.
Они назвали свою дочь Софией. · They named their daughter Sophia.
Οι επιστήμονες ονοματίζουν τα νέα είδη με λατινικά ονόματα.
Учёные называют новые виды латинскими названиями. · Scientists designate new species with Latin names.
Θα ονοματίσουμε το έργο «Νέα Αρχή».
Мы назовём работу «Новое начало». · We will call the work 'New Beginning'.
Ονοματίζεται ως ο πατέρας της τέχνης.
Его называют отцом искусства. · He is called the father of art.