Греческий словарь
с грамматикой

ονομάζω

[onomˈazo]глаголA1

Значения

1
называть, называть по имени
to name, to call (by a name) · ονομάζω το παιδί Γιάννη — называю ребёнка Йаннисом
2
назывывать, именовать (в смысле упоминать имя)
to mention by name, to refer to as · ονομάζουν αυτή τη μέρα γιορτή — называют этот день праздником

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ονομάζω
εσύ
ονομάζεις
αυτός
ονομάζει
εμείς
ονομάζουμε
εσείς
ονομάζετε
αυτοί
ονομάζουν
Аорист
εγώ
ονόμασα
εσύ
ονόμασες
αυτός
ονόμασε
εμείς
ονομάσαμε
εσείς
ονομάσατε
αυτοί
ονόμασαν
Будущее
εγώ
θα ονομάσω
εσύ
θα ονομάσεις
αυτός
θα ονομάσει
εμείς
θα ονομάσουμε
εσείς
θα ονομάσετε
αυτοί
θα ονομάσουν

Примеры

Το παιδί μου ονομάζεται Μαρία.
Мою дочку зовут Мария. · My daughter is called Maria.
Τον ονόμασαν πρόεδρο της εταιρείας.
Его назначили председателем компании. · They named him president of the company.
Πώς ονομάζουν αυτό το φρούτο στα ελληνικά;
Как это фрукт называют по-гречески? · What do they call this fruit in Greek?
Θα ονομάσω τον σκύλο μου Ρέξ.
Я назову свою собаку Рекс. · I will name my dog Rex.