Греческий словарь
с грамматикой

ονειρεύομαι

[oniˈrevome]глаголA2

Значения

1
видеть сон, мечтать во сне
to dream, to have a dream · ονειρεύομαι όλη τη νύχτα — мечтаю всю ночь
2
мечтать, грезить (наяву), воображать
to dream of, to fantasize about, to imagine · ονειρεύομαι για το μέλλον — мечтаю о будущем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ονειρεύομαι
εσύ
ονειρεύεσαι
αυτός
ονειρεύεται
εμείς
ονειρευόμαστε
εσείς
ονειρεύεστε
αυτοί
ονειρεύονται
Аорист
εγώ
ονειρεύτηκα
εσύ
ονειρεύτηκες
αυτός
ονειρεύτηκε
εμείς
ονειρευτήκαμε
εσείς
ονειρευτήκατε
αυτοί
ονειρεύτηκαν
Будущее
εγώ
θα ονειρευτώ
εσύ
θα ονειρευτείς
αυτός
θα ονειρευτεί
εμείς
θα ονειρευτούμε
εσείς
θα ονειρευτείτε
αυτοί
θα ονειρευτούν

Примеры

Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα κάτι περίεργο.
Вчера ночью мне приснился странный сон. · Last night I had a strange dream.
Πάντα ονειρεύομαι να ταξιδέψω στο εξωτερικό.
Я всегда мечтаю путешествовать за границу. · I always dream of traveling abroad.
Ονειρευόταν ότι θα γίνει γιατρός.
Она мечтала стать врачом. · She dreamed of becoming a doctor.
Δεν ονειρεύεστε καν να το κάνετε;
Вам даже не приходит в голову это сделать? · Don't you even dream of doing it?