Греческий словарь
с грамматикой

ομοφυλοφιλία

[omofilofiˈli.a]существительноеη · женский родB2

Значения

1
гомосексуальность, однополая любовь
homosexuality, same-sex attraction · η ομοφυλοφιλία είναι φυσική — гомосексуальность — это естественно

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ομοφυλοφιλία
вин.
την ομοφυλοφιλία
род.
της ομοφυλοφιλίας
зват.
ομοφυλοφιλία
Мн. ч.
им.
οι ομοφυλοφιλίες
вин.
τις ομοφυλοφιλίες
род.
των ομοφυλοφιλιών
зват.
ομοφυλοφιλίες

Примеры

Η ομοφυλοφιλία είναι μέρος της ανθρώπινης ποικιλότητας.
Гомосексуальность — часть человеческого разнообразия. · Homosexuality is part of human diversity.
Πολλές χώρες αναγνωρίζουν δικαιώματα ατόμων με ομοφυλοφιλία.
Многие страны признают права гомосексуальных людей. · Many countries recognise the rights of homosexual people.
Η συζήτηση για την ομοφυλοφιλία είναι σημαντική στη σύγχρονη κοινωνία.
Обсуждение гомосексуальности важно в современном обществе. · Discussion of homosexuality is important in modern society.