Греческий словарь
с грамматикой

ομολογώ

[omoloˈɣo]глаголB1

Значения

1
признавать, признаться (в чём-либо)
to admit, to confess, to acknowledge · ομολογώ το λάθος μου — признаю свою ошибку
2
согласиться, одобрить
to agree, to approve, to assent · ομολογώ ότι έχεις δίκαιο — согласен, что ты прав

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ομολογώ
εσύ
ομολογείς
αυτός
ομολογεί
εμείς
ομολογούμε
εσείς
ομολογείτε
αυτοί
ομολογούν
Аорист
εγώ
ομολόγησα
εσύ
ομολόγησες
αυτός
ομολόγησε
εμείς
ομολογήσαμε
εσείς
ομολογήσατε
αυτοί
ομολόγησαν
Будущее
εγώ
θα ομολογήσω
εσύ
θα ομολογήσεις
αυτός
θα ομολογήσει
εμείς
θα ομολογήσουμε
εσείς
θα ομολογήσετε
αυτοί
θα ομολογήσουν

Примеры

Ομολογώ ότι δεν ήξερα την απάντηση.
Признаюсь, я не знал ответ. · I admit I didn't know the answer.
Ομολόγησε το εγκλημά του αμέσως.
Он сразу признался в своём преступлении. · He confessed to his crime immediately.
Θα ομολογήσουν ότι έκαναν λάθος;
Они признают, что ошибились? · Will they admit that they made a mistake?
Ομολογούμε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη.
Мы признаём, что ситуация сложная. · We acknowledge that the situation is difficult.