ομοιότητα
[omoioˈtita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
сходство, похожесть
similarity, resemblance · ομοιότητα μεταξύ δύο ανθρώπων — сходство между двумя людьми
2
аналогия, подобие
analogy, likeness · ομοιότητα στη δομή — подобие в структуре
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ομοιότητα
вин.
την ομοιότητα
род.
της ομοιότητας
зват.
ομοιότητα
Мн. ч.
им.
οι ομοιότητες
вин.
τις ομοιότητες
род.
των ομοιοτήτων
зват.
ομοιότητες
Примеры
Υπάρχει μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στα δύο αδέλφια.
Между двумя братьями есть большое сходство. · There is a great similarity between the two brothers.
Οι ομοιότητες των δύο πολιτισμών είναι εντυπωσιακές.
Сходства двух культур впечатляют. · The similarities of the two cultures are striking.
Δεν βλέπω καμιά ομοιότητα ανάμεσα σε αυτά τα έργα.
Я не вижу никакого сходства между этими работами. · I see no resemblance between these works.