Греческий словарь
с грамматикой

ομιλώ

[omiˈlo]глаголB1

Значения

1
говорить, выступать с речью
to speak, to give a speech · ομιλώ στο κοινό — выступаю перед публикой
2
разговаривать, общаться
to converse, to talk · ομιλώ με φίλους — разговариваю с друзьями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ομιλώ
εσύ
ομιλείς
αυτός
ομιλεί
εμείς
ομιλούμε
εσείς
ομιλείτε
αυτοί
ομιλούν
Аорист
εγώ
ομίλησα
εσύ
ομίλησες
αυτός
ομίλησε
εμείς
ομιλήσαμε
εσείς
ομιλήσατε
αυτοί
ομίλησαν
Будущее
εγώ
θα ομιλήσω
εσύ
θα ομιλήσεις
αυτός
θα ομιλήσει
εμείς
θα ομιλήσουμε
εσείς
θα ομιλήσετε
αυτοί
θα ομιλήσουν

Примеры

Ο πρόεδρος ομίλησε για την οικονομία.
Президент выступил с речью об экономике. · The president spoke about the economy.
Ομιλώ ελληνικά και αγγλικά.
Я говорю по-гречески и по-английски. · I speak Greek and English.
Χθες ομίλησαν για τα προβλήματα της πόλης.
Вчера они обсуждали проблемы города. · Yesterday they discussed the city's problems.
Θα ομιλήσουν στη συνέντευξη αύριο.
Они выступят на пресс-конференции завтра. · They will give a speech at the press conference tomorrow.