ομιλητής
[omiˈlitis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
оратор, выступающий
speaker, orator · ο ομιλητής στη συνάντηση — оратор на встречу
2
участник телепередачи или программы
panelist, discussant · ο ομιλητής στη συζήτηση — участник дискуссии
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ομιλητής
вин.
τον ομιλητή
род.
του ομιλητή
зват.
ομιλητή
Мн. ч.
им.
οι ομιλητές
вин.
τους ομιλητές
род.
των ομιλητών
зват.
ομιλητές
Примеры
Ο ομιλητής μίλησε για μία ώρα.
Оратор говорил час. · The speaker talked for an hour.
Τους ομιλητές καλώς δεχτήκαμε.
Мы тепло встретили докладчиков. · We warmly welcomed the speakers.
Του ομιλητή η άποψη ήταν πολύ σημαντική.
Мнение оратора было очень важным. · The speaker's opinion was very important.